Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aντιγραφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Aντιγραφές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.3.08

Το πράσινο τέρας


Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι με την αδιακρισία της ανάστασης. Όταν αγαπούν κάτι και πεθαίνει, σπεύδουν να το αναστήσουν χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Άνθρωποι που αδιαφορούν για τους άλλους, την θέλησή τους να πεθαίνουν και θέλουν να τους κρατάνε ζωντανούς. Ανήθικοι εγωιστές.

Έτσι και με αυτό το ιστολόγιο. Πέθανε και τώρα αναστήθηκε, σαν ηλεκτρονικός Φρανκεστάιν, επειδή κάποιος ανώμαλος αρνιόταν να το αφήσει να περάσει στην ανυπαρξία. Εμένα δε με νοιάζει, δεν το ανέστησα εγώ. Ούτε τώρα είμαι εγώ που γράφω, αλλά το ετερώνυμο φάντασμα που αυτός ο ενοχλητικός ανέστησε μαζί του. Εγώ το είχα ήδη νικήσει. Μια μέρα μπορεί να το σκοτώσω ξανά, όταν δε θα βαριέμαι. Ωσπου να έρθει εκείνη η στιγμή, σα φάντασμα μιας ύπαρξης που δεν είναι η δική μου αλλά μπορεί, παραδόξως, να πληκτρολογεί, θέλω να καταγράψω εδώ ένα απόσπασμα από το διήγημα με τον τίτλο «Το μικρό πράσινο τέρας» , από το βιβλίο με σουρεαλιστικά διηγήματα του αγαπημένου μου Χαρούκι Μουρακάμι «Ο ελέφαντας εξαφανίζεται», εκδόσεις ΚΟΑΝ, σε μετάφραση (το συγκεκριμένο διήγημα) του Γ.Βουδικλάρη.

Ξαφνικά, μέσα στο σπίτι μιας γυναίκας, εισβάλει ένα πράσινο τέρας με λέπια και μακριά αστεία μύτη αλλά ανθρώπινα μάτια. Το αηδιαστικό πλάσμα, επιπλέον καταλαβαίνει τις σκέψεις της γυναίκας. Όμως δεν δείχνει επιθετικό. Και όπως εκείνη σκέφτεται τι να κάνει για να το ξεφορτωθεί, αυτό αρχίζει να της εξηγεί γιατί μπήκε στο σπίτι της:

«Κυρία κυρία, δεν το βλέπετε; Ηλθα εδώ για να σας κάνω πρόταση γάμου. Από βαθιά εκεί κάτω. Χρειάστηκε να συρθώ όλο το δρόμο ως εδώ πάνω. Απαίσιο, ήταν απαίσιο. Χρειάστηκε να σκάψω και να σκάψω και να σκάψω. Δεν θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό αν σκόπευα να σας κάνω κανένα κακό. Σας αγαπώ. Σας αγαπώ τόσο πολύ που δεν άντεχα άλλο εκεί βαθιά κάτω. Σύρθηκα προς τα πάνω μέχρι εσάς, έπρεπε, έπρεπε. Ολοι προσπάθησαν να με σταματήσουν αλλά δεν άντεχα άλλο. Και σκεφτείτε το θάρρος που χρειάστηκε, σας παρακαλώ. Κι αν σκεφτ’όσασταν ότι είναι αγενές και παράτολμο για ένα πλάσμα σαν εμένα να κάνει πρόταση σε εσάς;

Μα πράγματι είναι αγενές και παράτολμο, είπα με το νου μου. Τι αγενές μικρό πλάσμα που είσαι, να έρχεσαι να ζητήσεις την αγάπη μου!

Μια όψη θλίψης κατέλαβε το το πρόσωπο του τέρατος μόλις το σκέφτηκα αυτό και τα λέπια του πήραν μια μωβ απόχρωση, σα να ήθελαν να εκφράσουν αυτό που ένοιωθε. Ολόκληρο το σώμα του έμοιαζε κι αυτό να συρρικνώνεται λίγο. Σταύρωσα τα χέρια μου και παρακολουθούσα τις αλλαγές να συμβαίνουν. Ισως κάτι τέτοιο να συνέβαινε όποτε τα αισθήματά του μεταβάλλονταν. Κι ίσως η απαίσια εξωτερική του όψη να ήταν η μεταμφίεση μιας καρδιάς που ήταν τρυφερή και εύθραυστη σαν ολόφρεσκο ζαχαρωτό. Αν ήταν έτσι, ήξερα ότι μπορούσα να νικήσω. Αποφάσισα να κάνω μια προσπάθεια. Είσαι ένα άσχημο μικρό τέρας, ξέρεις, φώναξα με τη δυνατότερη φωνή του μυαλού μου –τόσο δυνατή που έκανε την καρδιά μου να αντηχήσει. Είσαι ένα μικρό άσχημο τέρας! Το μωβ στα λέπια έγινε βαθύτερο και τα μάτια του πράγματος άρχισαν να διογκώνονται σαν να ρουφούσαν όλο το μίσος που τους έστελνα. Προεξείχαν από το πρόσωπο του πλάσματος σαν ώριμα πράσινα σύκα, κι από αυτά έτρεχαν δάκρυα σαν κόκκινος χυμός, πιτσιλώντας το πάτωμα.

Δε φοβόμουν πια το τέρας. Ζωγράφιζα εικόνες στο μυαλό μου με όλα τα σκληρά πράγματα που ήθελα να του κάνω. Το έδεσα σε μια βαριά καρέκλα με χοντρά καλώδια, και με μια μυτερή τανάλια άρχισα να του βγάζω τα λέπια από τη ρίζα, ένα προς ένα. Πύρωσα τη μύτη ενός κοφτερού μαχαιριού και με αυτό χάραξα βαθιές αυλακιές στη μαλακή ροδαλή σάρκα από τις γάμπες του. Ξανά και ξανά, βύθισα ένα καυτό σίδερο μέσα στα διογκωμένα σύκα των ματιών του. Με κάθε νέο βασανιστήριο που φανταζόμουν γι αυτό, το τέρας παρέπαιε και σπαρταρούσε και ούρλιαζε από την αγωνία, σαν αυτά τα πράγματα να του συνέβαιναν πραγματικά. Θρηνούσε με τα χρωματιστά του δάκρυα και στάλαζε χοντρούς κόσμους υγρού στο πάτωμα, αναδίνοντας έναν γκρίζο ατμό από τα αυτιά του που είχε το άρωμα του τριαντάφυλλου. Τα μάτια του εξέπεμπαν προς εμένα ένα αφοπλιστικό βλέμμα επίκρισης. Σας παρακαλώ κυρία, αχ σας παρακαλώ, σας ικετεύω, μην κάνετε τέτοιες φριχτές σκέψεις, φώναζε. Δεν κάνω κακές σκέψεις για εσάς. Ποτέ δεν θα σας έβλαπτα. Το μόνο που νοιώθω για εσάς είναι αγάπη, είναι αγάπη.

Αλλά εγώ αρνιόμουν να ακούσω. Στο μυαλό μου, είπα, Μη γίνεσαι γελοίο! Βγήκες έρποντας μέσα από τον κήπο μου. Ξεκλείδωσες την πόρτα μου χωρίς άδεια. Μπήκες στο σπίτι μου. Δεν σου ζήτησα εγώ να έρθεις εδώ. Εχω το δικαίωμα να σκέφτομαι ο,τι θέλω. Και συνέχισα να κάνω αυτό ακριβώς –να σκέφτομαι ενάντια στο πλάσμα με όλο και πιο τρομερές σκέψεις. Εκοψα και βασάνισα τη σάρκα του με κάθε μηχανή και εργαλείο που μπορούσα να σκεφτώ, χωρίς να παραβλέψω καμία μέθοδο που θα μπορούσε να υπάρξει για να βασανίσεις ένα ζωντανό ον και να το κάνεις να σπαρταράει από τους πόνους.

Βλέπεις λοιπόν, μικρό τέρας, δεν έχεις ιδέα τι είναι μια γυναίκα. Δεν υπάρχει όριο στον αριθμό των πραγμάτων που μπορώ να σκεφτώ να σου κάνω.

Αλλά σύντομα το περίγραμμα του τέρατος άρχισε να ξεθωριάζει, κι ακόμα κι η δυνατή του πράσινη μύτη συρρικνώθηκε μέχρι που δεν ήταν μεγαλύτερη από σκουλήκι. Σπαρταρώντας στο πάτωμα, το τέρας προσπαθούσε να κουνήσει το στόμα του και να μου μιλήσει, παλεύοντας να ανοίξει τα χείλη του σαν να ήθελε να μου αφήσει κάποιο τελευταίο μήνυμα, να μεταβιβάσει κάποια αρχαία σοφία, κάποια κρίσιμη ποσότητα γνώσης που είχε ξεχάσει να μου μεταδώσει. Πριν μπορέσει αυτό να συμβεί, το στόμα κατέληξε σε μια επώδυνη ακινησία και σύντομα θόλωσε κι εξαφανίστηκε. Το τέρας τώρα έμοιαζε σαν τίποτε παραπάνω από μια χλωμή βραδινή σκιά. Ο, τι απέμεινε, μετέωρο στον αέρα, ήταν τα θλιμμένα του, πρησμένα μάτια. Δεν θα σε ωφελήσει σε τίποτα αυτό, σκέφτηκα προς το μέρος του. Μπορείς να κοιτάζεις όσο θες, αλλά δεν μπορείς να πεις το παραμικρό. Δεν μπορείς να κάνεις το παραμικρό. Η ύπαρξή σου τελείωσε, ξόφλησε, τερματίστηκε. Σύντομα τα μάτια διαλύθηκαν στο κενό, και το δωμάτιο γέμισε από το σκοτάδι της νύχτας»

13.11.07

LXIII

Κάποιος κάποιον ναι,
αλλά ποιος ποιον
δε γνωρίζουμε.
Ε.Α

25.5.07

The Skriker




της Caryl Churchill.

Heard her boast beast a roast beef eater, daughter
could spin span spick and spun the lowest form of
wheat straw into gold, raw into roar, golden lion
and lyonesse under the sea, dungeonesse under the
castle for bad mad adders and takers away.
Never marry a king size well beloved. Chop chip
pan chap finger chirrup chirrup cheer up ogg with
you’re making no headway. Weeps seeps deeps her
pretty puffy cream cake hole in the heart operation.
Sees a little blackjack thingalingo with a long long
tale awinding. May day, she cries, may pole axed
me to help her. So I spin the sheaves shoves
shivers into golden guilg and geld and if she can’t
guessing game and safety match my name then I’ll
take her no mistake no mister no missed her no
mist no miss no me no. Is it William Gwylliam
Guillame? Is it John Jack the ladder in your
stocking is it joke? Is it Alexander Sandro Andrew
Drewsteignton? Mephistopheles Toffeenose
Tiffany’s Timpany Timothy Mossycoat? No’t
ain’t, says I, no tainted meat me after the show
me what you’ve got. Then pointing her finger says
Tom tit tot! Tomtom tiny tot blue tit tit! Out of her
pinkle lippety loppety, out of her mouthtrap, out
came my secreted garden flower of my youth and
beauty and the beast is six six six o’clock in the
morning becomes electric stormy petrel bomb.
Shriek! shrink! shuck off to a shack, sick, soak,
seek a sleep slope slap of the dark to shelter skelter
away, a wail a whirl a world away.
Slit slat slut. That bitch a botch an itch in my
shoulder blood. Bitch botch itch. Slat itch slit
botch. Itch slut bitch slit.

Put my hand to the baby and scissors seizures
seize you sizzle. Metal cross cross me out cross
my heartburn sunburn sunbeam in my eyelash your
back. Or garlic lickety split me into two with the
stink bombastic. Or pin prick cockadoodle do you
feel it? But if the baby has no name better nick a
name, better Old Nick than no name, because then
we can have the snap crackle poppet to bake and
brew and broody more babies and leave them
an impossible, a gobbling, a no.

I’ve been a hairy here he is changeling changing
chainsaw massacre massive a sieve to carry water
from the well well what’s to be done? Brother
brewed berr in an eggshell. I said I’m old old
every so olden dazed but I never see saw Marjory
before three two one blast off!

Put me on a red hot shovel pushel bushel and a
peck peck peck. Gave me red hot metal in a piping
hot metal in a pie ping pong what a stink. Call the
vicar to exorcise regular sex a size larger
six or seventh heaven and hellcat.

Chopped up the hag whole hog higgledy pig in the
middle. Kelpie gallops them into the loch stock
and barrel of fun fair enough and eats them, falls
in her lap lap lap, her hand in his hairy, there is
sand in it there is and there is sand and shells
shock. Bloody Bones hides in the dark cupboard love all.
See through the slit where he sits on piles of bloody
boney was a warrior and chews whom he likes.
Dollop gollop fullup.

But they’re so fair fairy fair enough’s as good as a
feast day. Take them by the handle and dance in
the fairy ring a ring ding sweet for a year and a
day date data dated her never finished the first
reel first real dance in the fairy ring on your finger
and bluebell would wouldn’t. Their friends drag
’em out dragon laying the country waste of time
gentlemen. Listless and pale beyond the palemoon
light of heart sore here with spirits with spirit
dancing the night away in a mangy no no no come
back again.

Οι μονόλογοι από το Skriker είναι ευφυείς και ευγλωττοι, το λιγότερο. Ο τρόπος που συνδυάζονται οι λέξεις αλλά και ο ειρμός που προκύπτει (παρόλο το παράλογο φαίνεσθαι) ειναι εντυπωσιακά. Η απόδοση στα ελληνικά (είχε ανεβει στο Θέατρο Πόρτα πριν μερικά χρόνια και τον ρόλο του κακού ξωτικου-σκράικερ που μπορεί και μεταμορφώνεται, κρατούσε η Καραμπέτη) χάνει πολύ.

27.4.07

Βουίζουν τ' αυτιά μου.

Ειχε αρχίσει να πέφτει το βράδυ, όταν ανέβηκα λαθρα τη σκάλα του καραβιού στην προκυμαία. Κανείς δεν μου έδωσε σημασία. Πέρασα τη νύχτα βλέποντας τηλεόραση και κάνοντας βόλτες στην πλώρη. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, βγήκα κι άρχισα να τριγυρνάω στην πόλη. Δεν βρήκα τίποτα. Και ξαναγυρισα στο πλοίο.

Ήμουνα τόσο μόνος που το μαχαίρι σου φτερούγισε μακριά και με κυνήγησε.

Γιάννης Τζώρτζης
Το κέρασμα του απογεύματος

16.2.07

______ ... ______

Θέλω -με σεβασμό- να αφήσω ένα κειμενο του αξιολογότατου και αγαπημένου κ. Ευγένιου Αρανίτση, που δημοσιεύτηκε στο φύλλο της Κυριακάτικής Ελευθεροτυπίας της 11/06/2006 και το οποίο αλίευσα απο εδω. Θεωρώ οτι ειναι ένα απο τα καλύτερα, πιο θυμωμένα και δικάιως αγανακτησμένα κείμενα που έχω διαβάσει στα Παράδοξα και μέσα σε μερικές αράδες καταφέρε (ο Ευγένιος) να εκφράσει με ευγλωττία όσα αισθανόμουν και αισθάνομαι για το θεμα που πραγματεύεται.

Τηλεκανίβαλοι σε κηδεία παιδιού
Του ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ

In saecula saeculorum, εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν. Εν τούτοις, αν γράφουμε, αν καταγράφουμε τα γεγονότα, δεν είναι για να θυμόμαστε, όπως λένε, αλλά για να μπορούμε να ξεχνάμε εκείνο το οποίο, στο εξής, θα βρίσκεται καταγεγραμμένο στο κείμενο, καταχωρημένο στο αρχείο διά παντός. Και το αρχείο θα θυμάται, αντί για μας.
Ετσι, αν κάτι θα ήθελα σήμερα να ξεχάσω, δηλαδή να καταγράψω, είναι η μοίρα αυτού του παιδιού απ' τη Γεωργία, του Αλεξ, που η διασημότερη φωτογραφία του, εκείνη που τοιχοκολλήθηκε ενόσω διαιωνιζόταν η αναζήτηση, επιτρέπει να προδιαγραφεί, έστω αόριστα, η αμήχανη υποταγή στη βία που επρόκειτο να υποστεί. Διότι υπήρχε στο ύφος του, όπως σε όλα τα πορτρέτα των παιδιών που τους μέλλεται να μαρτυρήσουν, εκείνο το σχεδόν τρομακτικό έλλειμμα έπαρσης που σημαδεύει την απείρως συγκινητική αφέλεια ενός μελλοθάνατου, όταν ο τελευταίος, εν αγνοία του, εξακολουθεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο απ' την εκμηδένιση.

Και θα ήθελα να γράψω παρατηρήσεις επί παρατηρήσεων για τα στοιχεία του χαρακτήρα του παιδιού, που ήρθαν στο φως εκ των υστέρων, συστολή και καλοσύνη, πραότητα και υποχωρητική στάση μπροστά στις ενοχλήσεις των σκληρών της γειτονιάς, περιπτώσεις όπου δεν ξέρεις αν το θύμα, υποχωρώντας, δείχνει ένα πρόσωπο δειλού ή αν, απλώς, συμμορφώνεται στωικά με την επίγνωση ότι οι σκληροί είναι κατ' ουσίαν άτομα με οριακό I.Q. και ότι, επομένως, θα πρέπει να τους φέρεσαι με τακτ.
Ομως ένα τέτοιο καθήκον θα προϋπέθετε μιαν άλλου είδους διάθεση, μιαν ειρηνική προώθηση των συλλαβισμών της ψυχής μέσω του πένθους, πράγμα αδύνατο για οιονδήποτε παρακολούθησε τα ειδησεογραφικά δελτία του περασμένου Σαββατοκύριακου, μεταξύ των οποίων ας υπολογίζεται και ο υποφαινόμενος.
Αντί λοιπόν να παλινδρομήσω στον παλιό μου άσβεστο λογοτεχνικό έρωτα για τις μελοδραματικές κορώνες γύρω απ' την ιδέα του θανάτου που εμφιλοχωρεί στον πιο ενδόμυχο πυρήνα κάθε παιδικής ηλικίας, αντί να εξηγήσω για χιλιοστή φορά ότι το παιδί, μεγαλώνοντας, πεθαίνει ως παιδί ώστε να γεννηθεί ένα ον υποδεέστερης ανεξαρτησίας, καταδικασμένο στην αλλοτρίωση και στον συμβιβασμό, οπότε ο τυχών κυριολεκτικός θάνατός του αποτελεί, από μόνος του, μιαν ασύλληπτα διδακτική μεταφορά -εν ολίγοις, αντί να αφοσιωθώ στις τελετουργίες του αποχαιρετισμού, αισθάνθηκα το μίσος μου για την τηλεόραση να υποτροπιάζει και τίποτα δεν είναι σήμερα, για μένα, πιο επιτακτικό απ' την ανάγκη να περιγράψω τη ναυτία και την οργή που προκάλεσε ο χειρισμός του ζητήματος από τις πρωινές και απογευματινές εμπροσθοφυλακές του τηλεκανιβαλισμού.
Ετσι, ταπεινά προβλήματα, όπως το από πού θα όφειλα ή θα άξιζε να αρχίσω, μπαίνουν απέναντι στο πένθος σαν βδελυρά εμπόδια που ευνοούν την αναβολή του. Να αρχίσω μήπως από την Σιδέρη, υποτιθέμενη ψυχολόγο («Εμείς οι επιστήμονες...», «Εγώ, που είμαι ειδικός...», «Το λέω γιατί είμαι ειδικός...»), μαυρισμένη μετά τα μπάνια ή σε σολάριουμ, με σόκιν αγορίστικο κούρεμα και μαύρο μικροσκοπικό φανελάκι (οι ώμοι και η πλάτη έξω) που τρύπωσε σε όλα τα παράθυρα για να γνωμοδοτήσει σχετικά με την ενδοοικογενειακή δυστυχία; Εν είδει τριτεγγυητών, αυτή και ο Σούρας, ο άλλος εκθαμβωτικός αστέρας της τηλεψυχιατρικής, παραβρέθηκαν στη δορυφορική ανάκριση ενός απ' τα παιδιά που είχαν εμπλακεί στην υπόθεση. Καθώς το αγόρι ψέλλιζε απαντήσεις με γυρισμένη την πλάτη, ενώ ο γίγαντας της πρωινής δημοσιογραφίας που λέγεται Μάνεσης απηύθυνε τις ασφαλίτικες ερωτήσεις του, Σούρας και Σιδέρη τήρησαν σιγήν ιχθύος.

Εν συνεχεία, όταν το χυδαίο μαρτύριο τελείωσε, πήραν τουλάχιστον το θάρρος να υπαινιχθούν, με τον πιο διακριτικό τρόπο, ώστε να μην προσβάλλουν τον οικοδεσπότη τους, ότι συνήθως τα παιδιά κρύβουν την αλήθεια εκτός κι αν κάποιος κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Μπα; Τι λες! Και μόλις μια γνωστή τής οικογένειας ανέφερε ότι τα παιδιά ήταν ζωηρά κι ότι έκαναν πού και πού μικροκλοπές (καραμέλες, σοκολάτες...), ο μεγαλοπρεπής Μάνεσης σχολίασε την παρεκτροπή με μια φράση ομολογουμένως ιλιγγιώδη: «Αν εμένα το παιδί μου έκλεβε καραμέλες, ΘΑ ΑΝΗΣΥΧΟΥΣΑ ΠΟΛΥ ΣΟΒΑΡΑ!». Ιδού λοιπόν τι θα έκανε ο Μάνεσης αν μάθαινε πως το παιδί του έκλεβε καραμέλες, ΘΑ ΑΝΗΣΥΧΟΥΣΕ ΣΟΒΑΡΑ. Στο κάτω κάτω, τι άλλο είναι η κλοπή της καραμέλας απ' το περίπτερο αν όχι προστάδιο για ληστείες μετά φόνου;

Μάλιστα, ο ψυχίατρος Σούρας εξέπεμψε στεντόρεια έκκληση στη μητέρα του Αλεξ να βγει στο δελτίο για να της υποβάλλει μια δυο ερωτήσεις, όμως η μητέρα χαροπάλευε στα κύματα του πόνου της κι έτσι οι εκκλήσεις του γιατρού έμειναν δίχως ανταπόκριση. Και αφού είδαν και αποείδαν ότι δεν θα έβγαινε στον αέρα η πρωταγωνίστρια του δράματος, έπαιξαν μια χτεσινή της δήλωση, ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤ1, όπως τονίστηκε. Και την ίδια στιγμή, ο Οικονομέας, που ανέκρινε ένα άλλο απ' τα παιδιά, παρουσία του υφυπουργού Γιακουμάτου, ολοκλήρωσε τη διαδικασία ρωτώντας τον ανακρινόμενο, μπροστά στον ελληνικό λαό, αν κατόπιν όλων αυτών ο πατέρας του «του τις έβρεξε». Και η απάντηση ήταν ότι ναι, το έδειρε ο πατέρας το παιδί.

Και οι περισσότεροι αποκαλούσαν το εξαφανισμένο αγόρι «ο μικρός Αλεξ» και ποτέ «ο Αλεξ», όπως λέμε «ο Μέγας Αλέξανδρος» ή «το μοιραίο αεροσκάφος». Πράγμα που δείχνει ότι τα άτομα αυτά, ή πώς αλλιώς να τα χαρακτηρίσω, πιστεύουν πως ένα παιδί δεν είναι ακριβώς άνθρωπος, ώστε να έχει ένα όνομα, αλλά κάτι σαν άνθρωπος σε μικρογραφία ή ξωτικό. Και έσπευδαν, φυσικά, να διευκρινίσουν πως, μέχρις ότου βρεθεί το πτώμα, το παιδί έπρεπε να θεωρείται ζωντανό, όμως εξακολουθούσαν να αναφέρουν τον Αλεξ, το γιο της Νατέλας, μιλώντας στον παρατατικό, «έπαιζε...», «περνούσε...», «είχε...», «νόμιζε...» και ούτε καθεξής. Και δεν έπαυαν να επαναλαμβάνουν πως «αγαπούσε το σχολείο», χωρίς να τους περνάει καν απ' το νου ότι δεν είναι δυνατόν να αγαπάς το σχολείο όταν το σχολείο είναι τόπος μαρτυρίου. Διότι, όντως, τίποτα δεν περνάει απ' τον νου όταν ο νους λείπει, πρωτίστως ο κοινός -για να μην πούμε και για τον άλλον, διότι εκεί πια, προκειμένου για τα μισοναρκωμένα βαμπίρ του τηλεοπτικού σύμπαντος, επανερχόμαστε στο αίτημα μιας υπέρμετρης πολυτέλειας.

Και τι να πω για την Αλεξάνδρα Καπάτου, που την ενόχλησαν τα λόγια του ανακρινόμενου παιδιού στην κάμερα ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ της ανάκρισης σε ζωντανή σύνδεση; Οσο για το διθέσιο ποδήλατο Χασαπόπουλος/ Μαρωνίτη, πέτυχε επιτέλους, στον έβδομο γύρο, μια θριαμβευτική σύνδεση με τη σακατεμένη μητέρα και μόλις αυτή είπε την πρώτη φράση, της πέταξαν κατάμουτρα το απαραίτητο διαφημιστικό διάλειμμα, όπου καλλίφωνες σερβιέτες υμνούσαν τη χαρά των μηνιαίων διακυμάνσεων της ελαφρότητας. Και ακούστηκαν, από άκρη σε άκρη του τηλεοπτικού φάσματος, οι αιώνιες αερολογίες περί χωρισμένων γονέων και έλλειψης υποδομών και αδιαφορίας των αρμοδίων, οπότε μάθαμε ότι υπήρχαν όντως γονείς και υποδομές και αρμόδιοι. Ασε το πόσο ενοχλήθηκαν όλοι που ο νόμος ΔΕΝ προέβλεπε, λέει, τη σύλληψη δωδεκάχρονων!

Είχα διαβάσει κάποτε πως η Χριστίνα Ωνάση, σε ηλικία τριών χρόνων, σταμάτησε να μιλάει και ότι χρειάστηκε η βοήθεια ελβετών παιδοψυχολόγων για να αποκτήσει τη φωνή της. Η ίδια, αργότερα, το σχολίασε λέγοντας: «Αν δεν μιλούσα ήταν γιατί δεν είχα τίποτα να πω». Ενδεχομένως, αν δεν εμφανίζεται ο Αλεξ, να είναι επειδή δεν έχει τίποτα να εμφανίσει, αρχής γενομένης απ' τον εαυτό του. Τα πάντα είναι ήδη εμφανή στο έπακρον. Οι επαγγελματίες επεδίωξαν να τον εμφανίσουν όπως εμφανίζεται μια εικόνα πάνω στο φιλμ, στον σκοτεινό θάλαμο. Εκείνο που πετυχαίνει η κάμερα είναι να δώσει στον θάνατο τον ρόλο του οπερατέρ.

13.9.06

Αμοργός

Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο πρόσωπό σου;
Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνος τ’ όνομά του
Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Να βρεις μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ’ άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Τον ποταμό λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.
Γιατί κι εσύ θα ‘χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα ‘χει γεράσει.
Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριας βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Παρ’ το σημαία της ζωής να σαβανώνεις το θάνατο
Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα ‘ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ’ ενα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν’ ανθίσει μόνο
Λίγο σιτάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θυμηση λίγο νερό για τη
σκόνη